ἔγχρυσος

ἔγ-χρῡσος, ον,
A golden,

ὅπλον Schwyzer647.35

(Cyme, i A.D.);

στολή Philostr.Im.1.22

;

πρόσοψις D.S.3.39

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγχρυσος — ἔγχρυσος, ον (Α) επιχρυσωμένος, χρυσωμένος αρχ. αυτός που μοιάζει με χρυσό, που χρυσίζει …   Dictionary of Greek

  • ἔγχρυσος — golden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχρυσον — ἔγχρυσος golden masc/fem acc sg ἔγχρυσος golden neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.